ορρωδώ

(ΑΜ ὀρρωδῶ, -έω, Α ιων. τ. ἀρρωδέω)
1. ζαρώνω από φόβο μπροστά σε κάποιον, φοβάμαι, τρέμω
2. δειλιάζω, λιποψυχώ, διστάζω, αμφιταλαντεύομαι.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ρ. άγνωστης ετυμολ. Οι αρχαίοι λεξικογράφοι συνέδεσαν το ρ. με τις λ. ὄρρος «οπίσθια, γλουτοί» και δέος «φόβος» ή το ρ. ἰδίω «ιδρώνω». Κατ' άλλη άποψη, το ρ. έχει παραχθεί από αμάρτυρο επίθ. *ορρώδης με σημ. «δειλός» (< ὄρρος). Η σύνδεση ωστόσο τού ρήματος με τη λ. ὄρρος φαίνεται μάλλον παρετυμολογική, αφού δεν ερμηνεύει το α- τού ιων. τ. ἀρρωδέω. Αντίθετα, επικρατέστερη φαίνεται η άποψη ότι αρχικός τ. είναι το ιων. ἀρρωδέω, ενώ το αττ. ὀρρωδῶ έχει προέλθει είτε με αφομοιωτική τροπή τού α- σε ο
είτε από την παρετυμολογική σύνδεση τού ρήματος με το ὄρρος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ὀρρωδῶ — ὀρρωδέω dread pres subj act 1st sg (attic epic doric) ὀρρωδέω dread pres ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έχω — (I) (ΑΜ ἔχω) 1. κρατώ κάτι στα χέρια μου, είμαι ο κάτοχος (κύριος, ιδιοκτήτης) ενός πράγματος («έχει σπίτια και κτήματα») 2. (για προσωπική κράτηση) κρατώ, φυλάω («τόν έχουν μέσα» ή «τόν έχουν στη φυλακή») 3. (για δήλωση συγγενικού δεσμού ή άλλης …   Dictionary of Greek

  • καταρρωδώ — καταρρωδῶ, έω (Α) (ιων. τ. τού κατορρωδώ) φοβάμαι πολύ, τρομάζω («καταρρωδήσας τὸν ὄνειρον ἄγεται μὲν τῷ παιδὶ γυναῑκα», Ηρόδ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὁρρωδῶ «τρομάζω»] …   Dictionary of Greek

  • κατορρωδώ — κατορρωδῶ, έω, ιων. τ. καταρρωδέω (Α) φοβάμαι υπερβολικά («διὰ τὸ κατορρωδεῑν τὸν ἔξω κίνδυνον τῷ πολλαπλασίους εἶναι τοὺς ὑπεναντίους», Πολ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + ὀρρωδῶ / ιων. τ. ἀρρωδῶ «φοβάμαι»] …   Dictionary of Greek

  • ορρωδέως — ὀρρωδέως (Α) επίρρ. (κατά τον Ησύχ.) «ἐμφόβως». [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. ορρωδώ] …   Dictionary of Greek

  • ορρωδία — η (ΑΜ ὀρρωδία και Α ιων. τ. ἀρρωδίη) [ορρωδώ] 1. τρόμος, φόβος, δέος 2. έλλειψη θάρρους και αποφασιστικότητας, δειλία, ατολμία, δισταγμός, ενδοιασμός …   Dictionary of Greek

  • υπερορρωδώ — και ιων. τ. ὑπεραρρωδῶ, έω, Α φοβάμαι υπερβολικά για κάποιον ή για κάτι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπερ * + ὀρρωδῶ / ἀρρωδῶ «δειλιάζω, φοβάμαι»] …   Dictionary of Greek

  • υπορρωδώ — έω, Α φοβάμαι λίγο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο) * + ὀρρωδῶ «φοβάμαι»] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.